Untitled Document

Ελληνική Νεφρολογία 2016;  28 (1):  57 - 62
Ενδιαφέρουσα περίπτωση

Βαριά υπερνατριαιμία και οξεία νεφρική βλάβη
σε υπερήλικα ασθενή

Α. Γεωργουλίδου
Ι. Χαντζής
Α. Ντέμκα
Ι. Παρόγλου
Ε. Καλογιαννίδου
Δ. Θεμελίδης
Κ. Μαυροματίδης

 

Νεφρολογικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής, Κομοτηνή

Περίληψη
Παρουσιάζεται 87χρονη ασθενής με βαριά ευογκαιμική υπερνατριαιμία (Na+ ορού 184 mE/L) και υπερωσμωτικότητα (ωσμωτική πίεση ορού 416 mOsm/L), εξαιτίας λήψης διουρητικού και μειωμένης πρόσληψης υγρών, που συνοδεύονταν από οξεία νεφρική βλάβη. Παρόλα αυτά η ασθενής μας είχε πολύ ήπια συμπτωματολογία κατά την εισαγωγή της. Αντιμετωπίστηκε επιτυχώς σε κοινό θάλαμο νοσηλείας στο τμήμα μας, με προσεκτική εκτίμηση της κατάστασης του όγκου και της ένδειας ύδατος που είχε κατά τη διάγνωση, όπως και με προσεκτική αποκατάσταση των ελλειμμάτων της. Γίνεται αναφορά στα αίτια, τη συχνότητα, την κλινική εικόνα και την έκβαση των καταστάσεων αυτών, καθώς και γενικότερη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας.
Λέξεις κλειδιά: διουρητικά, ευογκαιμική υπερνατριαιμία, θεραπεία υπερνατριαιμίας, υπερήλικες.
Εισαγωγή
Το ύδωρ ενώ αποτελεί το 55-60% του σωματικού βάρους, εξαρτώμενο από το φύλο (η περιεκτικότητα των γυναικών σε λίπος  το οποίο είναι υδρόφοβο είναι αυξημένη) και την ηλικία (οι μύες περιέχουν κυρίως ύδωρ, όμως η μυική μάζα των ηλικιωμένων είναι μειωμένη), μετά την ηλικία των 75-80 ετών μειώνεται κάτω από το 50% του σωματικού βάρους1. Ως υπερνατριαιμία ορίζεται η ένδεια ύδατος σε σχέση με το Na+ του οργανισμού, η οποία προκαλείται από καθαρή απώλεια ύδατος ή υπότονων υγρών.
Η συγκέντρωση Na+ του ορού και η ωσμωτικότητά του ρυθμίζονται από την ομοιόσταση του ύδατος, η οποία ελέγχεται από το αίσθημα της δίψας και την παρουσία και δράση της αντιδιουρητικής ορμόνης2. Συνήθως οι υπερνατριαιμικοί ασθενείς είναι ηλικιωμένοι ή υπερήλικες (ως υπερήλικες ορίζονται αυτοί που έχουν ξεπεράσει το προσδόκιμο επιβίωσης), οι οποίοι συχνά έχουν και άνοια, δύο καταστάσεις που σχετίζονται με εγκεφαλική ατροφία3.
Φυσιολογικά, όταν αυξάνεται το Na+ του ορού, διεγείρεται το αίσθημα της δίψας και εκκρίνεται αντιδιουρητική ορμόνη και για το λόγο αυτό δεν αναπτύσσεται υπερνατριαιμία, σε άτομα με άθικτο το αίσθημα της δίψας και δυνατότητα πρόσβασης στο νερό4. Ωστόσο, η αντιμετώπιση διαταραχών της ομοιόστασης του ύδατος είναι συχνά πρόκληση, κυρίως επειδή με την πρόοδο της ηλικίας διαταράσσεται ο μεταβολισμός του. Ειδι­κό­τερα, στους ηλικιωμένους και υπερήλικες είναι μειωμένο το αίσθημα της δίψας, οπότε αυξάνεται ο κίνδυνος αφυδάτωσης5. Ακόμη, στις μεγάλες ηλικίες υπάρχει διαταραχή της συμπύκνωσης των ούρων, αλλά και ορμονικές διαταραχές που σχετίζονται με το ισοζύγιο του ύδατος, όπως είναι η μείωση της έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης6.
Περιγραφή περίπτωσης
Παρουσιάζεται γυναίκα 87 ετών (βάρους 40 kg), με ιστορικό χρόνιας κολπικής μαρμαρυγής (από 4ετίας) και ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου με δεξιά ημιπληγία και αφασία εκπομπής (από 3ετίας), η οποία διακομίστηκε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου μας, επειδή οι συγγενείς της διαπίστωσαν χαμηλή αρτηριακή πίεση από 2ημέρου και μεταβολή στον τρόπο επικοινωνίας της από 10ημέρου. Η συστηματική πρόσληψη νερού υπολογίστηκε ότι ήταν περίπου στα 300 ml ημερησίως (σταθερά για μεγάλο χρονικό διάστημα), ενώ παράλληλα ήταν ικανοποιητική η ημερήσια αποβολή ούρων, όπως αυτό εκτιμούνταν από τους συγγενείς από τις πάνες-βρακάκι της που άλλαζαν. Η διατροφή της γινόταν με πολτοποιημένες τροφές από το στόμα. Η φαρμακευτική της αγωγή περιλάμβανε φουροσεμίδη 20 mg/24ωρο και λοσαρτάνη 50 mg/24ωρο, τα οποία δεν χορηγήθηκαν τις τελευταίες 18 ώρες από την εισαγωγή της στο νοσοκομείο.
Η ασθενής κατά την εξέταση στο τμήμα επειγόντων περιστατικών ήταν σχετικά ασταθής αιμοδυναμικά, με αρτηριακή πίεση 70/40 mmHg, σφύξεις 100/min, μειωμένη σπαργή δέρματος, ξηρότητα βλεννογόνων και μαλακούς και βαθουλωμένους βολβούς οφθαλμών (ενδείξεις ενδοκυττάριας αφυδάτωσης). Από τη νευρολογική εκτίμηση διαπιστώθηκε η προϋπάρχουσα χρόνια νευρολογική σημειολογία και επιπλέον νωθρότητα με υπνηλία. Τα εργαστηριακά ευρήματα ήταν: γλυκόζη 125 mg/dl, ουρία 318 mg/dl, κρεατινίνη 5,4 mg/dl, Κ+ 5,9 mEq/L, Na+ 184 mEq/L, CI– 135 mEq/L, Na+/CI– 1,36, ολικό Ca2+ 8,4 mg/dl, PO43– 3,1 mg/dl, λευκωματίνη 2,7 g/dl, οξαλοξική τρανσαμινάση (SGOT) 36 IU/L, πυροσταφυλική τρανσαμινάση (SGPT) 81 IU/L, κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) 286 IU/L, γαλακτική δεϋδρογονάση (LDH) 227 IU/L, ουρικό οξύ 10 mg/dl, ταχύτητα καθιζήσεως ερυθρών (ΤΚΕ) 71 mm/1h και C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) 3,5 mg/L. Στη γενική αίματος διαπιστώθηκε λευκοκυττάρωση (λευκά αιμοσφαίρια 11.900 mm3) με φυσιολογικό τύπο. Η γενική εξέταση των ούρων έδειξε ειδικό βάρος 1015, pH 7, νιτρώδη θετικά (+), λεύκωμα 50 mg/dl, πυοσφαίρια > 200 κ.ο.π. και ερυθρά 30 - 50 κ.ο.π. Από τα αέρια αρτηριακού αίματος διαπιστώθηκε μεταβολική οξέωση με αυξημένο χάσμα ανιόντων [χάσμα ανιόντων = Na+ - (CI– - HCO3–) = 184 - (135 + 28,4) =184 - 163,4 = 20,6], προφανώς εξαιτίας της οξείας νεφρικής βλάβης και μεταβολική αλκάλωση (δέλτα χάσμα = Na+ - CI– - 39 = 184 - 135 - 39 = +10), προφανώς εξαιτίας λήψεως διουρητικού και υπολευκωματιναιμίας (pH 7,38, PaCO2 48 mmHg, PaO2 72 mmHg, HCO3– 28,4 mEq/L). Η ωσμωτικότητα ορού κατά την εισαγωγή της ήταν 416 mOsm/L και η ωσμωτικότητα των ούρων ήταν 486 mOsm/L. Το Na+ ούρων την πρώτη ημέρα ήταν 67 mEq/L.
Διαγνώστηκε ευογκαιμική υπερνατριαιμία, με υπόταση και οξεία νεφρική βλάβη εξαιτίας της υπότασης και της λήψης διουρητικού, αλλά και της ουρολοίμωξης. Το υπερηχογράφημα των νεφρών έδειξε φυσιολογικά ευρήματα για την ηλικία της ασθενούς, και στην καλλιέργεια ούρων απομονώθηκε E. Coli και χορηγήθηκε αντιβίωση με βάση το αντιβιόγραμμα.
Τις πρώτες δύο ώρες χορηγήθηκαν 500 ml ορού NaCl 0,9%, οπότε και διαπιστώθηκε βελτίωση της αρτηριακής πίεσης (90/50 mmHg), των σφύξεων (85/min) και της βυθιότητας της ασθενούς. Ακολούθησε η χορήγηση μόνο διαλύματος D/W 5% και ύδατος από το στόμα (εκτός από 500 ml NaCI 0,9% που χορηγήθηκαν την 4η ημέρα νοσηλείας της) (Σχ. 1). Αυτό έγινε διότι από το υψηλό Na+ του ορού τέθηκε η υποψία ελλείμματος H2O, το οποίο υπολογίστηκε 4,31 L, που θα έπρεπε να δοθεί και να αντικαταστήσει ίσο όγκο διαλύματος με ηλεκτρολύτες δεδομένου ότι ήταν ευογκαιμική (δηλαδή αντικατάσταση 4,31 L υπέρτονου όγκου με αντίστοιχο όγκο υπότονου). Πράγματι, αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι αποκαταστάθηκε το Na+ του ορού με συνολική χορήγηση 9.300 ml υγρών, κατά 90% υπότονων (ενδοφλεβίως και από το στόμα), συνυπολογιζόμενων των πολτοποιημένων τροφών που έλαβε από το στόμα (Σχ. 1) και αποβολή ούρων 9.600 ml.
Oι μεταβολές του Na+ του ορού και της ωσμωτικής πίεσης κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της ασθενούς φαίνονται στο σχήμα 2. Για την επιθυμητή μεταβολή των επιπέδων του Na+ χρησιμοποιήθηκε ο τύπος των Adrogue-Madias: Αναμενόμενη μεταβολή του Na+ ορού με τη χορήγηση 1 L διαλύματος γλυκόζης 5% = (Na+ χορηγούμενου διαλύματος - Na+ ασθενούς) / (Ύδωρ οργανισμού + 1) = (0 - 184) / [(40 ΅ 0,45) +1)] = 9,68 mEq/L, όπου στην πράξη η ημερήσια μείωση κυμάνθηκε μεταξύ 6 - 11 mEq/L.
Στο σχήμα 3 φαίνονται οι μεταβολές της ουρίας και κρεατινίνης του ορού κατά τη διάρκεια νοσηλείας της ασθενούς.
Την 5η ημέρα νοσηλείας από τον εργαστηριακό έλεγχο του ορού διαπιστώθηκαν οι παρακάτω τιμές: γλυκόζης 125 mg/dl, ουρίας 39 mg/dl, κρεατινίνης 1,3 mg/dl, K+ 3,6 mEq/L, Na+ 139 mEq/L, ουρικού οξεος 4,3 mg/dl και CRP 4,5 mg/l. Η ασθενής έλαβε εξιτήριο την 7η ημέρα, αφού αποκαταστάθηκε η νεφρική της λειτουργία, η υπερνατριαιμία και η υπερωσμωτικότητα.

 

 

 

Συζήτηση
Η υπερνατριαιμία της κοινότητας διαπιστώνεται συχνά σε ακραίες ηλικίες (νήπια και υπερήλικες). Σε αυξημένο επίσης κίνδυνο για εμφάνιση υπερνατριαιμίας βρίσκονται και ασθενείς με διαταραχές της νοητικής τους κατάστασης και διασωληνωμένοι7.
Συχνότερη αιτία υπερνατριαιμίας είναι η απώλεια υπότονων υγρών από τον γαστρεντερικό σωλήνα ή από τους νεφρούς (λήψη διουρητικών), αλλά και η μειωμένη πρόσληψη νερού όπως συνέβη και στην ασθενή μας, η οποία εκτός από το διουρητικό που λάμβανε, έπαιρνε καθημερινά και σχετικά μικρή ποσότητα νερού, ενώ είχε σταθερή και μάλλον φυσιολογική διούρηση (προφανώς εξαιτίας της λήψης διουρητικού, της οξείας νεφρικής βλάβης και της αυξημένης ουρίας του ορού), σύμφωνα με τις μαρτυρίες των οικείων της. Σε μία μελέτη με υπερνατριαιμικούς ασθενείς το 47% είχε ως αιτία νόσους με απώλεια ύδατος, οι οποίοι μάλιστα εμφάνισαν την υπερνατριαιμία παραδόξως κατά 39% το χειμώνα και κατά 20% το καλοκαίρι3, όπως συνέβη και στην ασθενή μας, που αντιμετωπίστηκε το χειμώνα.
Μελέτες έδειξαν ότι η υπερνατριαιμία διαπιστώνεται στο 1% των ατόμων που ζουν σε γηροκομεία6, στο 9% αυτών που εισέρχονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας8, αλλά και στο 30% αυτών που ζουν σε γηροκομεία και έχουν την ανάγκη οξείας νοσηλείας σε νοσοκομείο9. Ειδικότερα οι Batalile και συν. από 54.753 επισκέψεις του τμήματος επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου μέσα σ’ ένα χρόνο, διαπίστωσαν υπερνατριαιμία σε 216 (0,4%) και απ’ αυτούς το 32% είχε Na+ ορού μεταξύ 161 - 187 (ένας απ’ αυτούς είχε 183 και ένας 187), ενώ η μέση ωσμωτική πίεση του συνόλου των υπερνατριαιμικών ήταν 347 ± 25 mOsm/L, που σημαίνει ότι η πολύ βαριά υπερνατριαιμία είναι πολύ σπάνια3. Ας σημειωθεί ότι η ασθενής μας είχε ακόμη πιο βαριά υπερωσμωτικότητα. Γενικά η συχνότητα της σοβαρής υπερνατριαιμίας (Na+ > 160 mE/L) είναι μικρή10 και της πολύ βαριάς (Na+ > 180 mE/L) ακόμη πιο σπάνια, αφού έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα ελάχιστες περιπτώσεις11,12.
Όλες οι μορφές υπερνατριαιμίας παριστούν υπερτονικές καταστάσεις που οδηγούν σε έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης και σε ενεργοποίηση του αισθήματος της δίψας. Η αύξηση όμως της ωσμωτικότητας του πλάσματος εξαιτίας υπερνατριαιμίας οδηγεί σε μετακίνηση ύδατος και από τα κύτταρα του εγκεφάλου, οδηγώντας στη συρρίκνωσή τους. O εγκέφαλος στη συνέχεια προσαρμοστικά συσσωρεύει στα κύτταρά του ωσμώλια, με στόχο τη διατήρηση του όγκου τους.
Τα ευρήματα και συμπτώματα της υπερνατριαιμίας οφείλονται κυρίως σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, τα οποία κυριαρχούν όταν η συγκέντρωση του Na+ του ορού αυξηθεί απότομα2,13. Oι ηλικιωμένοι ωστόσο με υπερνατριαιμία έχουν ελάχιστα συμπτώματα, μέχρις ότου το Na+ φτάσει στα 160 mEq/L14. Έντονη δίψα μπορεί να υπάρχει στην αρχή, αλλά στη συνέχεια εξαφανίζεται, καθώς προχωρά η διαταραχή και τελικά απουσιάζει σε ασθενείς με υποδιψία, όπως είναι οι υπερήλικες. Το επίπεδο συνείδησης συσχετίζεται με τη βαρύτητα της υπερνατριαιμίας14 και την ταχύτητα με την οποία αυξήθηκε η ωσμωτική πίεση του ορού4, ωστόσο η ασθενής μας παρά την πολύ βαριά υπερνατριαιμία και την ιδιαίτερα αυξημένη ωσμωτική πίεση του ορού, είχε απλά μία βυθιότητα. Ας σημειωθεί ότι μη ειδική εικόνα λήθαργου και αδυναμία αποτελούν συχνά συμπτώματα της υπερνατριαιμίας. Μυική αδυναμία, σύγχυση και κώμα υπάρχουν ορισμένες φορές και αποτελούν εκδηλώ­σεις της συνυπάρχουσας διαταραχής και όχι της ίδιας της υπερνατριαιμίας. Η ασθενής μας είχε ελάχιστα από τα παραπάνω συμπτώματα και ίσως αυτό να έπαιξε ρόλο στην καθυστερημένη μεταφορά της από τους οικείους της στο νοσοκομείο.
Σε περιπτώσεις όπου η υπερνατριαιμία οφείλεται σε λήψη διουρητικών και λήψη μη επαρκούς ποσότητας ύδατος, χαρακτηριστικά το Na+ των ούρων είναι > 20 mEq/L και η ωσμωτική τους πίεση είναι < 700 mOsm/L7, όπως συνέβη και στην ασθενή μας, που είχε Na+ ούρων 67 mEqL και ωσμωτική πίεση 486 mOsm/L. Το γεγονός ότι η ασθενής μας απάντησε θεραπευτικά, τόσο ως προς την υπερνατριαιμία, όσο και ως προς την οξεία νεφρική βλάβη, στη χορήγηση ουσιαστικά μόνο ύδατος (χωρίς ηλεκτρολύτες) επιβεβαιώνει τη διάγνωση της ευογκαιμικής υπερνατριαιμίας (ένδεια ύδατος).
Επειδή η υπερνατριαιμία δεν είναι μία ομοιογενής κατάσταση, στα αρχικά βήματα της θεραπείας είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η κατάσταση του όγκου και να αντιμετωπίζεται η υποκείμενη νόσος, ούτως ώστε να μην επιδεινώνεται η γενική κατάσταση του ασθενούς. Έτσι η θεραπεία της υπερ­νατριαιμίας θεωρείται κατάλληλη όταν στο­χεύει:
α) στην αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας και
β) στη θεραπεία της υπερτονικότητας (κατά προτίμηση με ενδοφλέβια χορήγηση υπότονων υγρών).
Για την εκτίμηση του ελλείμματος ύδατος χρειά­ζονται δύο παράμετροι, το Na+ του ορού και το σωματικό βάρος του ασθενούς. Η εφαρμογή της ισότητας Adrogue-Madias: Αναμενόμενη μεταβολή Na+ = (Na+ διαλύματος - Na+ ασθενούς) / (Ύδωρ οργανισμού + 1)14,15, βοηθά στην ομαλή αποκατάσταση των επιπέδων του Na+ του ορού, έτσι ώστε αυτή να μη ξεπερνά τα επίπεδα των 10 - 12 mEq/L ημερησίως, όπως συνέβη και στην ασθενή μας.
Κλασικά το 50% του ελλείμματος ύδατος δίδεται το πρώτο 24ωρο και το υπόλοιπα τα επόμενα δύο 24ωρα. Σε ασθενείς με υπερνατριαιμία και υπογκαιμία θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπίζεται η υπογκαιμία. Σε ασθενείς με υπερνατριαιμία που δεν έχουν υπογκαιμία ή που έχουν μέτρια ή ήπια υπογκαιμία (όπως είχε και η ασθενής μας), χωρίς ιδιαίτερες ενδείξεις κυκλοφορικής ένδειας, απαιτείται η χορήγηση υπότονων ορών (NaCI 0,2%) ή και D/W 5%14, ελέγχοντας βέβαια συχνά τα επίπεδα σακχάρου του ορού (για την αποφυγή της ωσμωτικής διούρησης από την υπεργλυκαιμία). Oι ισότονοι οροί είναι ακατάλληλοι για τη θεραπεία της ευογκαιμικής υπερνατριαιμίας.
Η ταχεία διάγνωση και η έγκαιρη εφαρμογή θεραπευτικής αγωγής σε ασθενείς με υπερνατριαιμία, μπορεί να οδηγήσει σε ολική ανάνηψη του ασθενούς, κατά τη διάρκεια της οποίας γίνεται βαθμιαία διόρθωση της ένδειας ύδατος, οπότε και ελαχιστοποιούνται οι παρενέργειες της θεραπείας (εγκεφαλικό οίδημα) που είναι επίσης σοβαρές και συνήθως μη αναστρέψιμες14. Σε χρόνια υπερνατριαιμία όταν δεν υπάρχουν εκδηλώσεις αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, η διόρθωση του Na+ μπορεί να γίνει με ρυθμό <0,5 mEq/L/ώρα3,14, ρυθμό που ακολουθήσαμε κι εμείς και μάλλον πιο συντηρητικό στην ασθενή μας.
Η σοβαρού βαθμού υπερνατριαιμία συνοδεύεται από εκδηλώσεις από το κεντρικό νευρικό σύστημα και έχει αυξημένη θνητότητα (επίπεδα Na+ > 180 mEq/L είναι συνήθως θανατηφόρα)16. Στους ενήλικες η οξεία υπερνατριαιμία έχει θνητότητα 75% και η χρόνια 60%13, ωστόσο και αυτοί που επιβιώνουν έχουν σημαντικά και επίμονα νευρολογικά επακόλουθα.
Η θνητότητα στους υπερήλικες με υπερνατριαιμία είναι επίσης υψηλή. Ωστόσο, οι Bataile και συν. δεν διαπίστωσαν συσχέτιση μεταξύ βαρύτητας της υπερνατριαιμίας και θνητότητας σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς, αν και βρήκαν ότι βασικοί παράγοντες κινδύνου για θάνατο ήταν τα υπογκαιμικά ευρήματα (υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια)3, όπως είχε και η ασθενής μας, η οποία βέβαια επέζησε. Επίσης η θνητότητα της υπερνατριαιμίας στη γενική μονάδα εντατικής θεραπείας είναι αυξημένη, όμως δεν είναι γνωστό εάν αυτό οφείλεται στην υποκείμενη νόσο ή στην ίδια την υπερνατριαιμία και τη βαρύτητά της10,17.
Η θνητότητα λοιπόν που σχετίζεται με την υπερνατριαιμία ποικίλλει ευρέως. Η ασθενής μας ωστόσο που είχε πολύ σοβαρού βαθμού υπερνατριαιμία και υπερωσμωτικότητα ορού παρά τη νοσηλεία της σε κοινό θάλαμο επιβίωσε. Αυτό αποδίδεται στην έγκαιρη και σωστή διάγνωση που έγινε, στη σωστή εκτίμηση της υδρικής της ισορροπίας και στην πολύ στενή παρακολούθηση που είχε.
Συμπεραίνεται ότι η σωστή διάγνωση της βαριάς ευογκαιμικής υπερνατριαιμίας σε υπερήλικες ασθενείς και η προσεκτική αποκατάσταση του ελλείμματος του ύδατος, ακόμη και σε κοινό θάλαμο νοσηλείας, μπορεί να αποκαταστήσει τη διαταραχή και να σώσει τη ζωή τους.
Abstract
Severe hypernatraemia and acute kidney injury in an elderly patient. A. Georgoulidou, I. Chantzis, A. Demka, I. Paro­glou, E. Kalogiannidou, D. Theme­lidis, K. Mav­ro­ma­tidis.Department of Nephrology, General Hospi­tal of Komotini, Komo­tini, Greece. Hellenic Nephro­logy 2016; 28 (1): 57-62.
A 87 years old euvolaemic woman is presented, with severe hypernatremia (Na+ 184 mE/L) and hyper­os­molarity (serum osmotic pressure 461 mOsm/L), due to the taking of diuretic and reduced fluid intake, accompanied by acute kidney injury. The patient pre­sented in the emergency room with very mild sym­ptoms. She was treated succes­sfully in our department, with careful assessment of the volume status and the type of deprivation she had at diagnosis as well as with careful replacement of deficits. Reference is made to the causes, frequency, clinical presentation and out­come of these conditions, well as a general review of the literature on the topic.
Key words: diuretics, elderly, euvolaemic hypernatraemia, treatment of hypernatraemia.
Δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων
Δεν αναφέρεται σύγκρουση συμφερόντων
Conflict of interest statement
None declared
Βιβλιογραφία
1. Fulop T Jr, Worum I, Csongor J, Foris G, Leovey A. Body composition in elderly people. I. Determination of body composition by multiisotope method and the elimination kinetics of these isotopes in healthy elderly subjects. Gerontology 1985; 31: 6-14.
2. Gennari FJ. Serum osmolality: uses and limitations. N Engl J Med 1984; 310: 102-105.
3. Bataille S, Baralla C, Torro D, et al. Undercorrection of hypernatremia is frequent and associated with mortality. BMC Nephrology 2014; 15: 37-46.
4. Lima EQ, Aguiar FC, Barbosa DM, Burdmann EA. Severe hypernatraemia (221 mEq/l), rhabdomyolysis and acute renal failure after cerebral aneurysm surgery. Nephrol Dial Transplant 2004; 19: 2126-2129.
5. Phillips PA, Bretherton M, Johnston CI, Gray L. Reduced osmotic thirst in healthy elderly men. Am J Physiol 1991; 261: R166-R171.
6. Beck LH, Lavizzo-Mourey R. Geriatric hypernatremia. Ann Intern Med 1987; 107: 768- 769.
7. Lin M, Liu SJ, Lim IT. Disorders of water imbalance. Emerg Med Clin North Am 2005; 23: 749-770.
8. Lindner G, Funk GF, Schwarx C, et al. Hypernatremia in critically ill is an independent risk factor for mortality. Am J Kidney Dis 2007; 50: 952-957.
9. Lavizzo-Mourey R, Johnson J, Stolley P. Risk factors for dehydration among elderly nursing home residents. J Am Geriatr Soc 1988; 36: 213-218.
10. Kolmodin L, Sekhon MS, Henderson WR, Turgeon AF, Griesdale DEG. Hypernatremia in patients with severe traumatic brain injury: a systematic review. Ann Intensive Care 2013; 3: 35-42.
11. Moder KG, Hurley DL. Fatal hypernatremia from exogenous salt intake: report of a case and review of the literature. Mayo Clin Proc 1990; 65: 1587-1594.
12. Park YJ, Kim YC, Kim MO, et al. Successful treatment in the patient with serum sodium level greater than 200 mEq/l. J Korean Med Sci 2000; 15: 701-703.
13. Snyder NA, Feigal DW, Arieff AI. Hypernatremia in elderly patients: a heterogeneous, morbid, and iatrogenic entity. Ann Intern Med 1987; 107: 309-319.
14. Adrogue HJ, Madias NE. Hypernatremia. N Engl J Med 2000; 342: 1493-1499.
15. Halperin LM, Cherney DZI, Adrogue HJ, Madias NE. Hypernatremia. N Engl J Med 2000; 343: 817-818.
16. Mc Comb JG. Cerebrospinal fluid, hydrocephalus and cerebral edema. In: Davis RL, Robertson DM, eds. Textbook of neuropathology. 3rd ed. Baltimore: Wil­liams and Wilkins, 1997: 238-246.
17. Gullans SR, Verbalis JG. Control of brain volume during hyperosmolar and hypoosmolar conditions. Annu Rev Med 1993; 44: 289-301.

*           Παρελήφθη στις 21/01/2015
Έγινε αποδεκτή μετά από τροποποιήσεις στις 27/03/2015
*           Received for publication 21/01/2015
Accepted in revised form 27/03/2015

Αλληλογραφία
Κ. Μαυροματίδης
Αντ. Ρωσσίδη 11, 691 00
Ν. Μοσινούπολη, Κομοτηνή
Τηλ.: 2531 351149
Fax: 2531 030706
Κιν.: 697 2270092
e-mail: mavromatidisk@gmail.com